Μύθοι και Πραγματικότητες με τον κ. Παναγιώτης Τουλιάτο, Αρχιτέκτων Μηχανικός δρ. ΕΜΠ, Καθηγητής, Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ. Υ&Κ.
Θα θέλατε να μας ξεκαθαρίσετε τους διάφορους μύθους που κυκλοφορούν γύρω από το Ξύλο;
Π.Τουλιάτος: Βεβαίως.
Μύθος: Το ξύλο έχει μικρή ανθεκτικότητα (στο χρόνο). Η σωστότερη έκφραση θα ήταν: «μπορούμε να τα καταφέρουμε η ξύλινη κατασκευή να έχει σύντομη διάρκεια ζωής». Το ξύλο, είτε στην φυσική του υπόσταση ως ζωντανός οργανισμός ενός δένδρου είτε ως δομικό υλικό, δηλαδή ξυλεία, παρουσιάζει μια εντυπωσιακή ανθεκτικότητα. Δένδρα, όπως έλατα, δρυς κ.α., μέσα στις δύσκολες συνθήκες ακραίων κλιματικών εναλλαγών ενός δάσους επιβιώνουν, συντηρώντας τη ζωή πολλών άλλων έμβιων όντων, για εκατοντάδες έως χιλιάδες χρόνια. Αντίστοιχα ξύλινες κατασκευές έχουν συντηρηθεί σε ακέραια, λειτουργήσιμη κατάσταση. Έπιπλα από τους τάφους των Αιγυπτίων Φαραώ, στέγες, πατώματα, τοιχώματα κ.λπ. Μοναστήρια (Αγ. ‘Όρος, Σινά κ.λπ.), ναυτικά σκαριά (τριήρεις δρόμωνες σκούνες κλπ.) μετρούν ζωή εκατοντάδων και χιλιάδων ετών, ως φυσικού υλικού χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα. Δεν τίθεται λοιπόν σε αμφιβολία η δυνατότητα του φυσικού υλικού του Ξύλου για μακρόχρονη διάρκεια αντοχής στο χρόνο, ακόμη και σε μια κατασκευή. ‘Όμως, πράγματι υπάρχουν δύο ιδιόμορφα χαρακτηριστικά, που, εάν παραβλεβθούν από το χρήστη ή το δημιουργό μιας ξύλινης κατασκευής μπορεί θεαματικά να συντομεύσουν τη ζωή του ξύλινου στοιχείου:
α) Το Ξύλο, η ξυλεία, είναι καταναλώσιμο υλικό σαν τροφή πολλών φυτικών (μύκητες) ή ζωικών (έντομα, πουλιά, ζώα) μορφών. Εάν λοιπόν δεν τηρηθούν ορισμένες προϋποθέσεις (που είναι εύκολο να διασφαλιστούν) πράγματι το ξύλινο στοιχείο μπορεί να υποστεί Βιολογικού τύπου φθορά.
β) Το Ξύλο και η ξυλεία είναι από τους κύριους συντηρητές της φωτιάς. Παρόλα αυτά, αυτή τη στιγμή, απ όλους τους κανονισμούς η ξύλινη κατασκευή θεωρείται η πιο ασφαλής στην πυρκαγιά, εφόσον σχεδιασθεί, υπολογισθεί και κατασκευασθεί κατάλληλα. Ακόμη και τα ασφάλιστρα για μια τέτοια κατασκευή είναι πολύ μικρότερα. Π.χ. από μια αντίστοιχη χαλύβδινη, που θεωρείται και είναι περισσότερο τρωτή και ανεξέλεγκτη στις υψηλές θερμοκρασίες. Επομένως αυτό που προδιαγράφει την ανθεκτικότητα μιας ξύλινης κατασκευής στο χρόνο είναι η εκάστοτε επιλογή του καταλληλότερου είδους ξυλείας ή παράγωγου προϊόντος ξύλου από τον συνθέτη ενός έργου και, κυρίως, ο τρόπος σχεδιασμού της.
Μύθος: Η Ελλάδα δεν είναι χώρα για ξύλινες κατασκευές επειδή δεν έχει Ξύλο. Αυτό το συχνά, δυστυχώς ακουόμενο απόφθεγμα είναι διπλά λανθασμένο:
α) Η Ελλάδα έχει παραγωγή ξυλείας. Είχε περισσότερη στους παρελθόντες ιστορικούς χρόνους και θα μπορούσε να την αυξήσει στο μέλλον. Για χιλιάδες χρόνια οι περίφημοι ελληνικοί στόλοι, καθώς και οι γνωστές ξύλινες κατασκευές σπιτιών, ανακτόρων, μοναστηριών, ναών (από τους μινωικούς χρόνους έως και την λα·ι·κή αρχιτεκτονική των αρχών του 20ου αιώνα) χρησιμοποιούσαν κυρίως εγχώρια ξυλεία.
β) Ο άνθρωπος είναι ένα ον που δεν υποτάσσεται πλήρως στο περιβάλλον του, αλλά προσπαθεί να το διαμορφώσει κατάλληλα σε σχέση με τις φυσικές ανάγκες του και τις (πνευματικές, συμβολικές καλλιτεχνικές κ.λπ.) επιδιώξεις του. Γι’ αυτό, όταν οι δημιουργικοί και κατασκευαστικοί στόχοι του το απαιτούν, αναζητά και εξευρίσκει το κατάλληλο, εκάστοτε, υλικό με εξερευνήσεις, εκστρατείες, καλλιέργειες ακόμη, δυστυχώς και με πολέμους και κατακτήσεις. Όταν δε η ανάγκη το επιτάσσει, η εφευρετικότητα και η δεξιοτεχνία του στην επεξεργασία και χρήση ενός υλικού μπορεί να ξεπεράσει εκείνη των ανθρώπων που διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη επάρκειά του. Ας θυμηθούμε τον εκπληκτικό τρόπο δόμησης ενός πλοίου, πριν και κατά την κλασσική περίοδο του ελληνικού πολιτισμού (4ος — 5ος π.Χ. αιώνας), χωρίς σκελετό με τις καταπληκτικές λεπτομέρειες συνδεσμολογίας που έδειχναν πολύ υψηλό βαθμό γνώσης των χαρακτηριστικών και της συμπεριφοράς του ξύλου. Γνώσεις που επέτρεψαν στους Έλληνες τη δημιουργία των «ξύλινων τειχών» και την τελική απόκρουση του «Περσικού Κύματος εξ Ανατολών», γεγονότος καθοριστικού για ολόκληρη τη μετέπειτα εξέλιξη της Ευρωπαϊκής ιστορίας. Και, ας μου επιτραπεί, με σεβασμό να αντιπαραβάλω την πρώιμη αυτή ναυπηγική δραστηριότητα των «περιορισμένων δυνατοτήτων Παραγωγής ξυλείας» Ελλήνων με τη μεγάλη καθυστέρηση των «απεριόριστης δυνατότητας πληθώρας ποιοτήτων και ποσοτήτων ξυλείας» Ρώσων και τις ιστορικές για το σκοπό αυτό προσπάθειες του Τσάρου Μεγάλου Πέτρου. Και ας αναλογιστούμε ακόμη και πάλι με σεβασμό, το πρόσφατα, αναδειχθέν και προβληθέν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ιστορικό παράδειγμα αντισεισμικής δόμησης με ξύλο των οικισμών της Λευκάδας, σε αντιπαραβολή με την τεράστια σε έκταση καταστροφή των εξ οπλισμένου σκυροδέματος βαρείας προκατασκευής κατασκευών του «Σπιτάκ» στην Αρμενία της Σοβιετικής Ένωσης κατά τους καταστροφικούς σεισμούς του 1993. Τέλος, ακολουθώντας την αρχή του πλήρους συσχετισμού μιας κατασκευαστικής δραστηριότητος με την εντοπιότητα της παραγωγής των αντίστοιχων δομικών υλικών θα φτάναμε στο συμπέρασμα ότι η Ιαπωνία δεν μπορεί να συνεχίσει την εξαιρετικά αναπτυγμένη Βιομηχανική της δραστηριότητα σε σχέση με τον χάλυβα (πλοία, αεροπλάνα, αυτοκίνητα κλπ.) ως χώρα μη έχουσα σχετική παραγωγή και ούσα απομονωμένη από τα αντίστοιχα κέντρα παραγωγής.
Μύθος: Ο ήλιος στην Ελλάδα καταστρέφει το ξύλο. Ο ήλιος δεν καταστρέφει το ξύλο, δηλαδή την κυπαρίνη ή, έστω, τη λιγνίνη. Άλλωστε, πώς δα μπορούσε η φύση να επιτρέψει μια τέτοια διαδικασία φθοράς, όταν, για εκατομμύρια χρόνια ανέθετε στα δάση, υπό τον καθημερινό ήλιο, τη συντήρηση και ανάπτυξη της ζωής. Απλώς ο ήλιος, σωστότερα η υπεριώδης ακτινοβολία του, καταστρέφει τα προστατευτικά χρώματα και βερνίκια που δεν επιτρέπουν στο ξύλινο στοιχείο να ανεβάσει την περιεχόμενη σ’ αυτό υγρασία, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 20%, οπότε και μόνον μπορεί να ξεκινήσει η διαδικασία της σήψης. Γι’ αυτό, εξάλλου, κατά τις πρόσφατες δεκαετίες τείνουν οι επικαλυπτικές ουσίες να αντικατασταθούν από τις εμποτιστικές. Επίσης, γι’ αυτό τονίζεται τόσο έντονα ότι η συμπεριφορά της ξύλινης κατασκευής στο χρόνο κύριος εξαρτάται από τον «προστατευτικό Βαθμό» του σχεδιασμού της.
Μύθος: Το ξύλο δεν αντέχει στη φωτιά. Η σωστή έκφραση είναι ότι το ξύλο συντηρεί τη φωτιά καιγόμενο. Αντίθετα, η ξύλινη κατασκευή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, παρουσιάζει καταπληκτική ικανότητα παραμονής σε λειτουργία ικανότητας παραλαβής φορτίσεων κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς, σε πλήρη αντίθεση, κυρίως, με τη χαλύβδινη κατασκευή. Γι’ αυτό, όπως ήδη αναφέρθηκε προηγουμένως, είναι σήμερα δυνατός (και κανονιστικά υποστηρίζεται) ο υπολογισμός εκ των προτέρων σε επιθυμητό χρόνο της αντοχής σε πυρκαγιά μιας ξύλινης κατασκευής. Απλά είναι θέμα σχετικής γνώσης του συνθέτη και απαραίτητης συμμόρφωσής του στους κανονισμούς.
Υ&Κ: Ποιοι είναι οι λόγοι που οι ξύλινες κατασκευές στην Ελλάδα, υπολείπονται αυτές των άλλων χωρών.
Π. Τουλιάτος: Νομίζω ότι είναι συνδυασμός πολλών συνθηκών και παραγόντων: Δεν υπάρχει ζήτηση στην αγορά. Το κοινό έχει χάσει την αίσθηση και γνώση για τις δυνατότητες της ξύλινης κατασκευής. Τα εισαγόμενα παραδείγματα είναι συνήθως του προχειρότερου και φθηνότερου είδους και έτσι έχει χαθεί κάδε εμπιστοσύνη στο υλικό ξύλο και τα αντίστοιχα δομικά συστήματα. Η δε πιο πάνω αναλυθείσα ευρύτατη κυκλοφορία των διαφόρων δυσφημιστικών «μύθων», γύρω από το ξύλο και τις ξύλινες κατασκευές, εδραιώνει περαιτέρω την έλλειψη αυτή της εμπιστοσύνης. Ένα καλό παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι η μόλις προ ολίγων ετών επιστροφή στην κατασκευή με ξύλο των πρισματικών (δίκλινων, τετράκλινων κ.λπ.) στεγών πάνω από τις κατασκευές κατοικιών. ‘Έως τότε, επί αρκετές δεκαετίες, οι στέγες αυτές κατασκευάζονταν από κεκλιμένες πλάκες οπλισμένου σκυροδέματος, παρά την έντονη σεισμικότητα και τις υψηλές καλοκαιρινές θερμοκρασίες του χώρου της Ελλάδας! Ένα δε Βασιλικό διάταγμα της δεύτερης δεκαετίας του 2Οου αιώνα απαγόρευε την ξύλινη στέγη σε κτίρια πέραν των δύο ορόφων λόγω αεράμυνας, καθώς οι δια χειρός ριπτόμενες από τα μονοκινητήρια αεροπλάνα βόμβες δεν μπορούσαν να διαπεράσουν μια πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος πάχους 10 εκατοστών, Χρειάστηκε να φθάσουμε σχεδόν στο τέλος του 2Οου αιώνα και σε μια πληθώρα συντονισμένων ενεργειών, για να καταργηθεί το διάταγμα αυτό! Δεν υπάρχει υποδομή. Στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει αναπτυγμένο πεδίο υποστήριξης της ξύλινης κατασκευής, ούτε σε μελετητικό επίπεδο ούτε σε βιοτεχνικό, βιομηχανικό, τεχνολογικό και εργατοϋπαλληλικό. Επαναλαμβανόμενα συμβάντα αναφέρονται, κυρίως από παλιννοστούντες ομογενείς που ζητούν επίμονα ξύλινες κατασκευές έως ξύλινα κτίρια και δέχονται συμβουλές και οδηγίες από αρχιτέκτονες, μηχανικούς και κατασκευαστές, πόσο πιο σωστό και ασφαλές είναι να μιμηθούν την ξύλινη κατασκευή με οπλισμένο σκυρόδεμα ή έστω, εν ανάγκη, χάλυβα! Ας μην ξεχνιέται, εξάλλου, το γεγονός ότι η ξύλινη στέγη του κτίσματος του Πρωτάτου στις Καρυές του Αγίου Όρους με τα ανεκτίμητα, μοναδικά φρέσκα του Πανσέληνου υποκαταστάθηκε από μια μίμηση στέγης με οπλισμένο σκυρόδεμα βάζοντας σε σοβαρό κίνδυνο το μνημείο και αυτή τη στιγμή γίνεται προσπάθεια αποκατάστασής της. Το ίδιο συνέβη στην αποκατάσταση της Τράπεζας στην Ιερό Μονή του Οσίου Λουκά. Δεν υπάρχει τεχνογνωσία. Πολύ λίγοι μελετητές και, αντίστοιχα, λίγοι κατασκευαστές έχουν εξειδικευτεί και εξοπλιστεί για την πραγμάτωση (σε επίπεδο μελέτης ή και κατασκευής) ενός δομικού έργου με ξύλινα στοιχεία. Εδώ δε πρέπει να αναφερθεί ότι πράγματι η ενασχόληση με τη μελέτη κυρίως, αλλά και με την εκτέλεση μιας σοβαρού επιπέδου και μεγέθους ξύλινης κατασκευής παρουσιάζει κάποια χαρακτηριστικά διαφοροποίησης από την αντίστοιχη δραστηριότητα που αφορά μια συμβατική κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα, οπτοπλινθοδομή και σοβά. Η επικρατήσασα στη συμβατική κατασκευή συνήθεια ο Αρχιτέκτων, μόνος, να συνθέτει λειτουργικές κατόψεις, όγκους και προσόψεις, χωρίς ιδιαίτερη ενασχόληση με τους φορείς, τις συνδέσεις, τις εγκαταστάσεις και γενικότερο τη λεπτομέρεια του δομήματος και αργότερα να παραδίδει προαποφασισθέν σύνολο στον Πολιτικό Μηχανικό και Μηχανολόγο για τυπική επίλυση υποστυλώματος — δοκού — πλάκας και εντός της οπτοπλινθοδομής εγκαταστάσεων, δεν μπορεί να ισχύει πλέον. Ούτε υπάρχει κάποιο επίχρισμα να καλύψει όλες τις ατέλειες, ελλείψεις, διορθώσεις και συναρμογές. Στην ξύλινη κατασκευή συνήθως ο φορέας είναι και η τελική εμφάνιση εαυτού και του δομήματος. Και ο ξύλινος φορέας δεν εξυπακούεται (όπως ένα τυπικά σύστημα δοκού — πλάκας — υποστυλώματος οπλισμένου σκυροδέματος), αλλά σχεδιάζεται, εκάστοτε, ανάλογα με την απαίτηση, την έμπνευση, την απαιτούμενη αισ8ητική κλπ. Και αντίστοιχα διαφοροποιούνται οι εκάστοτε προτεινόμενες λεπτομέρειες συνδεσμολογίας, μονώσεων επικαλύψεων κ.λπ. Γίνεται δε προφανές ότι η όλη υπόσταση, μορφολογία και λεπτομερειακή επεξεργασία του έργου εξαρτάται από τις πιο πάνω αποφάσεις που δεν μπορούν παρά να έχουν αποφασισθεί από τα αρχικά στάδια των μελετών, τόσο του αρχιτέκτονα, όσο και του πολιτικού μηχανικού (συχνότατα δε και του μηχανολόγου) σε στενή συνεργασία μεταξύ των. Τυπικά επαναλαμβανόμενα και αναφερόμενα παραδείγματα, όπου ο μελετητής προσκομίζει στον κατασκευαστή ή και παραγωγό ξύλινων στοιχείων, σκαριφήματα προθέσεων για μια ξύλινη κατασκευή αναμένοντας τη λύση, τονίζουν την επικρατούσα σύγχυση και παρεξήγηση. Υπάρχει σύγχυση ως προς την κλίμακα της ξύλινης κατασκευής με τη μακρόχρονη αποστασιοποίηση από την ξύλινη φέρουσα κατασκευή είναι φυσικό να έχει χαθεί η αίσθηση της κλίμακας, ως προς τις ικανότητες των διατομών, ως προς τα χαρακτηριστικά των διαφόρων φορέων, ως προς τις ιδιότητες της εκάστοτε πρέπουσας επεξεργασίας, ως προς τη λεπτομέρεια και τέλος ως προς τον αναγκαίο βαθμό της ακρίβειας στο σχεδιασμό και την πραγμάτωση της, όπου ένα λάθος αποκοπής ή διάτρησης, π.χ. ενός φορέα, δύσκολα αναστρέ- φεται. Δεν αμείβεται επαρκώς η μελέτη της ξύλινης κατασκευής με τη γενικό- τερη καθιερωμένη τάξη αμοιβών των μελετητών στη συμβατική κατασκευή και με τις επιπρόσθετες εκπτώσεις που η αγορά συχνά επιβάλλει, είναι αδύνατον να καλυβθεί η πλέον προσεκτική και διευρυμένη εργασία που απαιτείται για ένα πλήρες σύνολο μελετών που απαιτούνται για την κατασκευή ενός σύγχρονου έργου μεσαίας ή μεγάλης κλίμακας από ξύλο. Συνέπεια αυτής της διαπίστωσης είναι ότι μετά την έλλειψη προτύπων και εμπειρίας, την αδυναμία της υποστήριξης από την αγορά, την περιορισμένη τεχνογνωσία, η χαμηλή αμοιβή είναι ένας τελικός, καθοριστικός παράγων που ωθεί τον, έστω κα κατ’ αρχήν ενθουσιώδη μελετητή, να σκεφθεί δεύτερη φορά, εάν πρέπει να αναλάβει τον κόπο και την ευθύνη μιας τέτοιας μελέτης. Δεν υπάρχει αρκετή υποστήριξη από τους αντίστοιχους εκπαιδευτικούς φορείς. Η ξύλινη κατασκευή δεν διδάσκεται ή διδάσκεται ελάχιστα στα ελληνικά ανώτατα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο καθώς και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο μαθήματα είναι λίγα, απευθυνόμενα κυρίως στους πολιτικούς μηχανικούς, ως μαθήματα επιλογής. Όπως γίνεται φανερό από τα Μεταπτυχιακά Μαθήματα του Ε.Μ.Π. σε μερικά από τα υπόλοιπα ανώτατα τεχνολογικά ιδρύματα της χώρας η ξύλινη κατασκευή δεν διδάσκεται. Σε λίγους μήνες ολόκληρη η Ευρωπαϊκοί Ένωση θέτει σε ισχύ τους νέους, σύγχρονους ενιαίους δομικούς κανονισμούς της, τους Ευρωκώδικες. Ο Ευρωκώδικας 5 στο Πρώτο Μέρος του ορίζει τους κανονισμούς για το Σχεδιασμό (Design) των ξύλινων κατασκευών, ενώ στο Δεύτερο Μέρος του τους κανονισμούς για την Πυρασφαλή Ξύλινη Κατασκευή. ‘Ενα μεγάλο πλήθος Ευρωπαϊκών Προτύπων στηρίζει τους Ευρωκώδικες αυτούς. Οι Έλληνες Μελετητές μπορούν και πρέπει έγκαιρα να ενημερωθούν και να εγκλιματισθούν μέσω προσωπικής προσπάθειας, βοηθημάτων, σεμιναρίων κ.λπ. με το πεδίο της ξύλινης κατασκευής, όπως ήδη έχε γίνει, π.χ., στη γειτονική Ιταλία. Μια άλλη όμως σπουδαία περιοχή εφαρμογών ξύλινων κατασκευών πρέπει να αναφερθεί. Εκείνη που αφορά την ενασχόληση με τις επεμβάσεις, αποκαταστάσεις και ενισχύσεις των πολλών, συχνά μοναδικών ιστορικών κατασκευών από ξύλο. Σε άλλες Ευρωπαϊκές Χώρες, όπως π.χ. Γαλλία, Ιταλία, Σκανδιναβικές Χώρες, Αγγλία, ιδιαίτερες σχολές συντηρούν και αναπτύσσουν την τεχνογνωσία γύρω από το αντικείμενο αυτό. Με αυτόν τον τρόπο συμβάλουν ουσιαστικά στην προσπάθεια διατήρησης και συντήρησης της πολύτιμης πολιτιστικής κληρονομιάς εκάστης χώρας, της Ευρώπης γενικότερα και του Κόσμου ολόκληρου. Στην Ελλάδα (ελάχιστα στοιχεία σε σύγκριση με τον αντίστοιχο πλούτο της παράδοσης και εμπειρίας) στην όλη μεγάλη προσπάθεια αναγνώρισης, κατανόησης και συντήρησης των ιστορικών κατασκευών αφορούν την ξύλινη κατασκευή. Ελπίζω ότι στα επόμενα χρόνια η ανάγκη ανάπτυξης του Τομέα της σύγχρονης ή και ιστορικής ξύλινης κατασκευής θα αναγνωρισθεί από το πλατύ επιστημονικό και άλλο τεχνικό κοινό με αντίστοιχη, ισάξια και ισότιμη ως προς, π.χ., τη φέρουσα λιθοδομή ή το οπλισμένο σκυρόδεμα, δραστηριότητα
ΑΠΟ το περιοδικό αρχιτεκτονικής-τεχνολογίας ΥΛΗ & ΚΤΙΡΙΟ Τεύχος 73, Οκτώβριος-Νοέμβριος 2005


